“Διαβάζοντας” πρώτα τον κόσμο γύρω μας και ύστερα, τις λέξεις

«Δια της καταπληκτικής λειτουργίας της γλώσσας ο περιβάλλων κόσμος μεταπλάθεται σε ένα οικείο – εσωτερικό κόσμο»

Η γλώσσα αποτελεί το μέσο που μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τον κόσμο στον οποίο γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, υπάρχουμε και αλληλεπιδρούμε. Ο κόσμος γύρω μας ζωντανεύει μέσα από τη χρήση της γλώσσας, κι έτσι μπορούμε να αναπτύξουμε μία σχέση εμπιστοσύνης μαζί του. Ο κάθε λαός μαθαίνει μέσα από τον εκφραστικό/λεκτικό πλούτο και την προσωδία της γλώσσας του, να βλέπει, να αξιολογεί, να αισθάνεται, να εκφράζεται. Οι λέξεις μας βοηθούν αρχικά από τη βρεφική/παιδική ηλικία να ερμηνεύσουμε τα πράγματα που παρατηρούμε στον περιβάλλοντα χώρο και ύστερα, να χτίσουμε γέφυρες επικοινωνίας μαζί του, καθώς μαθαίνουμε ονομασίες προσώπων, αντικειμένων, τόπων και στη συνέχεια εκφράζουμε ανάγκες, επιθυμίες, διαθέσεις, συναισθήματα στην καθημερινή ζωή. Το αποτέλεσμα αυτής της γνωριμίας μέσω της χρήσης λέξεων, είναι ότι αποκτούμε ένα αίσθημα ασφάλειας μέσα στον περιβάλλοντα κόσμο, αφού όταν μπορούμε να εκφραστούμε, νιώθουμε ασφαλείς και ελεύθεροι. Με αυτόν τον τρόπο, το περιβάλλον γύρω μας μετατρέπεται σε ένα οικείο και γνώριμο πλαίσιο, στο οποίο μπορούμε να κινηθούμε μέσω της λεκτικής επικοινωνίας και να προσφέρουμε τα δικά μας προσωπικά ερεθίσματα σε αυτό. Δηλαδή, να εκφέρουμε κάποια άποψη, να παρουσιάσουμε μία σκέψη, ιδέα, παρατήρηση, να ασκήσουμε κριτική, επηρεάζοντας έτσι την κοσμοθεωρία ή την ατομική πορεία/εξέλιξη κάποιου ή ακόμη και τη συλλογική πορεία της κοινωνίας, αφού ο καθένας μας βάζει το λιθαράκι του. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε πως τα μεμονωμένα χαρακτηριστικά του κάθε ανθρώπου, διαμορφώνουν στην τελική το συνολικό προφίλ ενός λαού. «Δια της καταπληκτικής λειτουργίας της γλώσσας, λοιπόν, ο περιβάλλων κόσμος μεταπλάθεται σε έναν οικείο – εσωτερικό κόσμο» (Μιχαηλίδης, 1984). Ύστερα, αυτός ο οικείος πια εσωτερικός κόσμος και η δική μας γλώσσα, επηρεάζουν τον κόσμο γύρω μας, ώσπου δημιουργείται μία αμφίδρομη και αλληλεπιδραστική σχέση.

Πώς μαθαίνω να διαβάζω τον κόσμο γύρω μου χωρίς να μπορώ ακόμη να διαβάσω λέξεις;

Ο Paulo Freire υποστηρίζει πως «η ανάγνωση του κόσμου γύρω μας προηγείται της ανάγνωσης ενός κειμένου» εννοώντας πως η πράξη που προηγείται της ανάγνωσης λέξεων, είναι εκείνη της παρατήρησης και γνωριμίας με τον περιβάλλοντα βιοτικό μας χώρο. «Βλέπω τον εαυτό μου στο μεσοαστικό σπίτι που γεννήθηκα στο Recife [της Βραζιλίας], μέσα στα δέντρα. Κάποια από τα δέντρα μου φαινόντουσαν να μοιάζουν με πρόσωπα, τόση οικειότητα είχαμε μεταξύ μας. Το παλιό σπίτι [….] η κατασκευή για τις φτέρες της μητέρας μου– η πίσω αυλή που βρισκόταν το πεζούλι, όλο αυτό ήταν ο πρώτος μου κόσμος (Freire). Το πρώτο περιβάλλον στο οποίο ζούμε και με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή, είναι αυτό που θα μας προσφέρει τις πρώτες μας εικόνες για το τι είναι ο κόσμος. Είναι «ο χώρος της πρώτης αντιληπτικής μας δράσης και ο κόσμος της πρώτης μας ανάγνωσης» (Freire).

Ύστερα από την ανάγνωση του κόσμου, έρχεται η ανάγνωση των λέξεων

Σιγά σιγά, όλες αυτές οι εικόνες από το περιβάλλον μετουσιώνονται σε λέξεις και έπειτα, ακολουθεί η εκμάθηση της ανάγνωσής τους. Ωστόσο, η ανάγνωση λέξεων, προτάσεων και κειμένων δε θα πρέπει να ταυτίζεται με μια στείρα διαδικασία αποκωδικοποίησης της γλώσσας, αλλά να συμπλέει με την ερμηνεία του πραγματικού κόσμου. Παίρνεις από το χέρι τις λέξεις του γραπτού και τις αντιστοιχίζεις με τις εικόνες που έχεις λάβει από τον κόσμο σου. Εξάλλου, κάθε γραπτό κείμενο πηγάζει από τις εικόνες και τις εμπειρίες της πραγματικής ζωής. Κάθε συγγραφέας εμπνέεται από τις στιγμές, τα βιώματα, τα ερεθίσματα, τα συμπεράσματα που έχουν προκύψει από την ίδια τη ζωή και τον κόσμο γύρω του.

Βαθιά, αληθινή ανάγνωση

Μεγαλώνοντας, «η πρόσβασή μας σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα διαμορφώνει την κοινωνική μας ταυτότητα κι έτσι μας επιτρέπει να κατανοούμε διάφορα είδη λόγου και κειμένων» (Freire) και να προχωρούμε σε μια βαθιά, αληθινή ανάγνωση του νοήματος. Το κείμενο αποτελεί πηγή αγόγγυστης έρευνας και αναζήτησης μηνυμάτων και ιδεών που συνδέονται με τη ζωή, δίνοντας την αφορμή για παρατήρηση, προβληματισμό και εκδίπλωση της προσωπικής μας σκέψης.

Μία βαθιά και αληθινή ανάγνωση του κειμένου σημαίνει να είμαστε έτοιμοι να αισθανθούμε, να ταυτιστούμε, να διαφωνήσουμε, να παρουσιάσουμε τα πιστεύω μας, να μπούμε στην ψυχολογική κατάσταση του συγγραφέα και των χαρακτήρων, να διερωτηθούμε, να διψάσουμε για απαντήσεις και να οδηγηθούμε στα δικά μας συμπεράσματα και ερμηνείες. Μέσα από αυτή τη διερευνητική πορεία, θα καταλάβουμε το κείμενο σαν να ήταν ένας συνομιλητής, θα «διαβάσουμε» τον κόσμο που μας μεταφέρεται και ίσως τελικά, αγαπήσουμε το κείμενο. Ιδίως, όσον αφορά στους μαθητές, οι οποίοι δεν είναι εξοικειωμένοι με ορισμένα είδη λόγου και γλωσσικές επιλογές (πχ ποιητικός λόγος), υπάρχει ο κίνδυνος να ακυρώσουν το λογοτεχνικό έργο, θεωρώντας το δυσνόητο. Επομένως, εμείς λειτουργούμε επικουρικά, με στόχο το νοηματικό ξεκαθάρισμα, ώστε να είναι σε θέση οι μαθητές να κατανοήσουν και να διατυπώσουν ύστερα, τις δικές τους απόψεις, ξεδιπλώνοντας μία κριτική σκοπιά.

Paulo Freire (παιδαγωγός, φιλόσοφος)

Αποκωδικοποιώντας τη λέξη, με την ανάγνωση έρεε φυσικά (αβίαστα) ο δικός μου κόσμος.

Έμαθα να διαβάζω και να γράφω στο χώμα της πίσω αυλής του σπιτιού μου, στη σκιά των δέντρων με τα μάνγκο, με λέξεις από τον κόσμο μου.

Η ανάγνωση της λέξης, της φράσης, της πρότασης, ποτέ δεν σήμαινε μια ρήξη με την ανάγνωση του κόσμου. Μαζί της η ανάγνωση της λέξης (word) σήμαινε την ανάγνωση της λέξης-κόσμου (word-world).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μιχαηλίδης, Κ.Π., (1984). Οικείωση και Αλλοτρίωση. Εκδόσεις Αστήρ. Αθήνα

Paulo Freire. Η σημασία της πράξης της ανάγνωσης. Μετάφραση : Αλέξιος Πέτρου